يَنامُ أَخِي الصَّغِيرُ مُتَأَخِّرًا جِدًّا.
أَنَا اَسْتيْقِظُ بَاكِراً لِأَنَّنِي مُمَيَّزَةٌ.
Ο μικρός μου αδερφός κοιμάται πολύ αργά. Εγώ ξυπνάω νωρίς, επειδή είμαι υπέροχη!
أَنَا وَاحِدَةٌ مِنَ اَلَّذينَ يَسْمَحُونَ لِلشَّمْسِ أَن تَدْخُلَ.
Είμαι αυτή που αφήνει τον ήλιο μέσα.
مَامَا تقُولُ لِي: “أَنْتِ نَجْمَتِي اَلصَّباحيّةُ”.
«Είσαι το πρωινό μου αστέρι» είπε η Μαμά.
أَنَا اَسْتَحِمُّ وَحْدِي، أَنَا لَا أَحْتَاجُ لِمُسَاعَدَةِ أَحَدٍ.
Πλένομαι, δεν χρειάζομαι καμία βοήθεια.
أَنَا يُمْكِنُنِي أَنْ أَتَعَامَلَ مَعَ المَاءِ البَارِدِ وَالرَّائِحَةُ اَلكَرِيهَةُ لِلصَّابُونَةِ الزَّرْقَاءِ.
Μπορώ να αντέξω το κρύο νερό και το μπλε δύσοσμο σαπούνι.
مَامَا تُذَكِّرُنِي: “لَا تَنْسَيْ أَسْنَانَكِ”، فَأُجِيبُهَا: “أَنَا مُسْتَحِيلْ!”
Η Μαμά υπενθυμίζει: «Μην ξεχάσεις τα δόντια». Απαντώ: «Ποτέ, σε μένα!»
بَعْدَ اَلاِسْتِحْمَامِ، أُسَلِّمُ عَلَى جَدِّي وَعَمَّتِي، وَأُوَدِّعُهُمْ.
Μετά το πλύσιμο, χαιρετώ τον Παππού και την Θεία, και τους εύχομαι μια καλή μέρα.
ثُمَّ أَلْبِسُ ثِيَابِي بِنَفْسِي، وَأَقُولُ: “أَنَا الآنَ كَبِيرَةٌ”.
Μετά ντύνομαι: «Είμαι μεγάλη τώρα Μαμά» λέω.
أَنَا اَسْتَطِيعُ أَنْ أُغْلِقَ أَزْرَارِي وَأَرْبِطَ حِذَائِي.
Μπορώ να κλείσω τα κουμπιά μου και να κουμπώσω τα παπούτσια μου.
أَنَا أَتَأَكَّدُ مِنْ أَنَّ أَخِي اَلصَّغِيرُ يَعْرفُ كُلَّ أَخْبَارِ اَلمَدْرَسَةِ.
Και κάνω βέβαιη ότι ο μικρός αδερφός ξέρει όλα τα σχολικά νέα.
أَبْذُلُ جُهْدِي فِي الصَّفِّ لِأَقُومَ بِالأفْضَلِ بِكُلِّ شَيْءٍ.
Στην τάξη κάνω ότι καλύτερο μπορώ με κάθε τρόπο.
أَنَا أَقُومُ بِكُلِّ هَذِهِ اَلأفْعَالِ كُلَّ يَوْمٍ.
لَكِنَّ أَكْثَرَ الأَشْيَاءِ التِي أُحِبُّهَا اللَّعِبُ.
ثُمَّ اللَّعِبُ.
Κάνω όλα αυτά τα καλά πράγματα κάθε μέρα. Αλλά το πράγμα που μου αρέσει περισσότερο, είναι να παίζω και να παίζω!